ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Δημοσιεύθηκε η Έκθεση Ανοικτού Διαδικτύου 2017-2018 από την ΕΕΤΤ

Η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων δημοσίευσε την ετήσια Έκθεση Ανοικτού Διαδικτύου 2017-2018.

Η έκθεση περιλαμβάνει τις ενέργειες της ΕΕΤΤ για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 και τα βασικότερα ευρήματα και συμπεράσματα για την κατάσταση του ανοικτού διαδικτύου στην Ελλάδα κατά την περίοδο Μαΐου 2017 – Απριλίου 2018.

Ειδικότερα, περιλαμβάνει ενότητες για την παρακολούθηση της απόδοσης των δικτύων, τις εφαρμοζόμενες πρακτικές διαχείρισης κίνησης, τις εξειδικευμένες υπηρεσίες (όπως IPTV), τις εμπορικές πρακτικές των παρόχων σχετικά με διακριτικές  χρεώσεις περιεχομένου και εφαρμογών, τη διαφάνεια και ενημέρωση των συνδρομητών, καθώς και την καταγραφή σχετικών παραπόνων συνδρομητών.

Σύσταση για τις ταχύτητες

Μεταξύ άλλων, στην έκθεση αναφέρεται ότι τον Φεβρουάριο 2018, λαμβάνοντας υπ’ όψη παράπονα συνδρομητών παραπόνων συνδρομητών σταθερών δικτύων, ότι η πραγματική ταχύτητα της σύνδεσής τους είναι πολύ χαμηλότερη από την ονομαστική, η ΕΕΤΤ απεύθυνε σύσταση προς τους παρόχους πρόσβασης στο διαδίκτυο για να ενημερώνουν τους συνδρομητές σταθερών δικτύων σχετικά με το εκτιμώμενο άνω όριο της ταχύτητας σύνδεσης στο διαδίκτυο που μπορεί να επιτευχθεί ρεαλιστικά και για τα πακέτα σύνδεσης με την πλησιέστερη ονομαστική ταχύτητα, καθώς και σε όσους υφιστάμενους συνδρομητές το ζητούν, να δίνουν τη δυνατότητα να επιλέξουν πακέτο με χαμηλότερη ονομαστική ταχύτητα λήψης ή/και αποστολής δεδομένων, πλησιέστερη στην ταχύτητα που μπορεί να επιτευχθεί ρεαλιστικά (εφόσον υπάρχει τέτοιο πακέτο), χωρίς να χρειάζεται να καταβάλλουν τέλος για την πρόωρη διακοπή/καταγγελία μιας σύμβασης ορισμένου χρόνου (δυνατότητα δωρεάν υποβάθμισης ταχύτητας).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕΤΤ, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη η απόκλιση μεταξύ ονομαστικής και διαφημιζόμενης ταχύτητας σύνδεσης στο διαδίκτυο.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τον πίνακα για το ποσοστό ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται ανά πακέτο σύνδεσης:

Ονομαστική ταχύτητα DL/UL Μέσο ποσοστό ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται
Ροή καθόδου (DL) Ροή ανόδου (UL)
50 Mbps / 10 Mbps 42.25% 39.09%
50 Mbps / 5 Mbps 56.02% 76.64%
35 Mbps / 3 Mbps 54.17% 57.17%
30 Mbps / 2.5 Mbps 60.36% 72.18%
24 Mbps / 1 Mbps 31.46% 66.67%

Τα κυριότερα σημεία της έκθεσης

Στον τομέα της παρακολούθησης της απόδοσης των δικτύων, το 2017 παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση της συνολικής ταχύτητας σταθερής πρόσβασης στο διαδίκτυο, που μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση των VDSL πελατών των παρόχων. Ωστόσο αυξήθηκε η καθυστέρηση και η διακύμανση της καθυστέρησης, ενώ το συνολικό ποσοστό ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται διατηρείται περίπου στα ίδια επίπεδα (μέσο ποσοστό: 39.96% για το 2017, έναντι 39.26% για το 2016 στη ροή καθόδου). Επίσης υπάρχει μικρή μείωση του ποσοστού ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται σε πακέτα υψηλών ταχυτήτων (VDSL 50/10, 35/3). Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ενδείξεις συμφόρησης στα σταθερά δίκτυα. Αναμένεται η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και για τα κινητά δίκτυα, τα οποία θα δημοσιευθούν εντός του φθινοπώρου του 2018 στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΤ.

Αναφορικά με τις πρακτικές διαχείρισης κίνησης, η μεγάλη πλειοψηφία των εφαρμοζόμενων πρακτικών συνεχίζει να αφορά στην προτεραιοποίηση κίνησης με αυστηρότερες απαιτήσεις ποιότητας, κυρίως βίντεο, αλλά και φωνής/μουσικής. Παραμένουν φραγές ακατάλληλου/βλαβερού περιεχομένου σε υπηρεσίες γονικού ελέγχου, αλλά και φραγές κατηγοριών κίνησης (κίνηση εκτός web browsing και email) ως συνέπεια ορίων ορθής χρήσης σε δορυφορικά δίκτυα. Χρήση τεχνικών DPI (Deep Packet Inspection) για την εφαρμογή της πρακτικής διαχείρισης κίνησης γίνεται σε 6 από τις 16 υπηρεσίες όπου εφαρμόζονται τέτοιες πρακτικές. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γίνεται με σκοπό την αναγνώριση της κίνησης, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η πρακτική.

Αναφορικά με τις πρακτικές διαχείρισης κίνησης που μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ εξαίρεση (Άρθρο 3.3 παρ. (α)-(γ) του Κανονισμού):

– Άρθρο 3.3 παρ. (α) (πρακτικές διαχείρισης κίνησης για λόγους συμμόρφωσης με νομοθεσία ή αποφάσεις δικαστηρίων): οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου στην Ελλάδα απαγορεύουν την πρόσβαση σε παράνομους παρόχους τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, όπως αναφέρονται στον οικείο κατάλογο (black list) που τηρεί η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ), ενώ ορισμένοι πάροχοι αναφέρουν την απαγόρευση πρόσβασης σε ιστοσελίδες που περιέχουν περιεχόμενο με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, μετά από σχετική δικαστική απόφαση.

– Άρθρου 3.3(β) (διατήρηση της ακεραιότητας και ασφάλειας του δικτύου): Τυπικές περιπτώσεις που ανήκουν στην κατηγορία αυτών των πρακτικών διαχείρισης κίνησης είναι επιθέσεις στο δίκτυο (π.χ. επιθέσεις άρνησης υπηρεσίας (DoS)), προσπάθειες αλίευσης δεδομένων χρηστών ή εγκατάστασης κακόβουλου λογισμικού. Η συχνότερη πρακτική αφορά σε μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης κατανεμημένων επιθέσεων άρνησης υπηρεσίας και έχει συνήθως προσωρινό χαρακτήρα (αίρεται όταν δεν υπάρχει πλέον επίθεση).

– Άρθρο 3.3(γ) (αποφυγή επικείμενης συμφόρησης και περιορισμός ακραίας ή προσωρινής συμφόρησης): Δεν υπάρχουν πρακτικές που θεωρείται ότι ανήκουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 3.3(γ).

Ως εξειδικευμένες υπηρεσίες κατηγοριοποιούνται υπηρεσίες IPTV και VoIP, ενώ αναφέρεται και υπηρεσία VPN, η οποία προσφέρεται σε εταιρικούς πελάτες. Σε σύγκριση με το 2016, τόσο ο αριθμός όσο και το είδος των προσφερόμενων εξειδικευμένων υπηρεσιών παραμένουν τα ίδια. Όλες οι εξειδικευμένες παρέχονται σε σταθερά δίκτυα. Η διασφάλιση της ποιότητας των εξειδικευμένων υπηρεσιών και της μη υποβάθμισης της γενικής ποιότητας πρόσβασης στο διαδίκτυο γίνεται κυρίως μέσω της διαστασιοποίησης του δικτύου και της παρακολούθησης της ποιότητας. Στις υπηρεσίες IPTV γίνεται έλεγχος της ταχύτητας που μπορεί να επιτευχθεί από τον κάθε χρήστη, ώστε να παρέχεται επαρκές εύρος ζώνης.

Αναφορικά με τις εμπορικές πρακτικές, η μεγάλη πλειοψηφία αφορά σε υπηρεσίες υποστήριξης πελατών μέσω διαδικτύου (support services), ενώ ακολουθούν οι εφαρμογές κοινωνικών δικτύων. Το 2017 αυξήθηκαν οι προσφορές που δεν είναι μηδενικής χρέωσης, αλλά ο συνδρομητής πληρώνει κάποιο ποσό για πρόσβαση σε συγκεκριμένο όγκο δεδομένων, που συνήθως αφορά σε συγκεκριμένη κατηγορία εφαρμογών (π.χ. εφαρμογές κοινωνικών δικτύων, εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, εφαρμογές βίντεο).

Σχετικά με τη διαφάνεια και την ενημέρωση των τελικών χρηστών, έως τον Απρίλιο 2018 παρατηρήθηκε αύξηση των πληροφοριών που υπάρχουν στους όρους παροχής και χρήσης των υπηρεσιών για πρακτικές διαχείρισης κίνησης, καθώς και για τις ταχύτητες. Για την πλειοψηφία των πρακτικών υπάρχει πλέον ενημέρωση των συνδρομητών στους όρους παροχής/χρήσης των υπηρεσιών. Σε μερικές περιπτώσεις ωστόσο, οι πληροφορίες δεν είναι στο βαθμό ανάλυσης που ζητά ο Κανονισμός και οι Κατευθυντήριες Γραμμές του BEREC. Επίσης, οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο εξακολουθούν να μην αναφέρουν ποσοτικές τιμές για τις ρεαλιστικά αναμενόμενες ταχυτήτων στους όρους παροχής/χρήσης της υπηρεσίας. Παρατηρείται προσπάθεια προσυμβατικής ενημέρωσης των συνδρομητών μέσω συγκέντρωσης στοιχείων μετρήσεων, ωστόσο θεωρείται ότι η ενημέρωση αυτή είναι ακόμα σε στοιχειώδες επίπεδο.

Μεγαλύτερη διαφάνεια απαιτείται και στους όρους παροχής/χρήσης των εξειδικευμένων υπηρεσιών, όπου συνήθως δεν δίνονται πληροφορίες για τις ελάχιστες αντικειμενικές απαιτήσεις ποιότητας της εξειδικευμένης υπηρεσίας, τις εγγυημένες τιμές ποιότητας (αν υπάρχουν), και τη σοβαρότητα της επίδρασης στη σύνδεση του συνδρομητή στο διαδίκτυο.

Σχετικά με την ενημέρωση των χρηστών για τα μέσα αποκατάστασης που έχει στη διάθεσή του ο καταναλωτής σε περίπτωση που διαπιστώσει συνεχείς ή επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις στην ποιότητα πρόσβασης στο διαδίκτυο, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στον ακριβή ορισμό της απόκλισης και τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνεται, τα οποία κατά κανόνα δεν διευκρινίζονται.

Επίσης, ένα γενικό πρόβλημα που εντοπίζεται στους όρους των συμβολαίων είναι η χρήση παραπομπών σε ιστοσελίδες που δεν λειτουργούν, καθώς και στις κεντρικές ιστοσελίδες των παρόχων, χωρίς ο συνδρομητής να μπορεί να βρει εύκολα τις ζητούμενες πληροφορίες.

Τέλος, την περίοδο 2017-2018, σημειώθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού παραπόνων (186 έναντι 106, δηλ. αύξηση 75.47%) που λαμβάνονται από το ΤΕΚ της ΕΕΤΤ. Η μεγάλη πλειοψηφία των παραπόνων συνεχίζει να αφορά στη γενική ποιότητα υπηρεσίας που λαμβάνουν οι συνδρομητές. Ο αριθμός των παραπόνων θεωρείται ακόμα χαμηλός, ενώ δεν περιλαμβάνει παράπονα συνδρομητών που γίνονται απευθείας στους παρόχους.

Δείτε αναλυτικά την έκθεση εδώ.

Πηγή άρθρου: https://www.lawspot.gr

Απάντηση